«Είμαι περήφανη για την αδερφή μου… Για να μην την δω μια μέρα σημαίνει πέθανα»

«Μπορεί να πάμε κάπου για φαγητό και στο διπλανό τραπέζι να κάθεται μια οικογένεια και η Μαρίνα να θέλει να τους γνωρίσει. Δεν καταλάβει ότι είναι προσωπική στιγμή τους. Μπορεί να πάει και να τους ρωτήσει, επειδή έχει την αθωότητα, “Ποιος είσαι;”. Έτυχε πολλές φορές να μου πουν, “έλα πιάσε την αδερφή σου”. Η ίδια όταν κάποιος της συμπεριφερθεί περίεργα το προσπερνά. Εμένα, όμως ενοχλεί με πάρα πολλά… Είναι πολλά δύσκολο… Πολλά…. Δεν απαντώ. Και εγώ δεν έχω κλεισμένη την αδερφή μου. Θα πάει παντού. Είμαι πολλά περήφανη για την αδερφή μου. Πιστεύκω ότι είναι και αυτή περήφανη για μένα», λέει χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, για να μην το καταλάβει η αδελφή της. 
Τα λόγια της είναι ένα χαστούκι αφύπνισης… Ένα καμπανάκι για όσους έμαθαν είτε να μην ανέχονται, είτε να λυπούνται οτιδήποτε διαφορετικό. Οι δύο τους όμως, πρεσβεύουν πολλά περισσότερα. Αποτελούν το πιο τρανό παράδειγμα της δύναμης που κουβαλά η αδελφική αγάπη.
Η ζωή της μίας, εξαρτάται από τη ζωή της άλλης… Μεγάλωσαν μαζί, δεν είχαν την ίδια εξέλιξη, αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ, να έχουν κοινή πορεία… Η μία είναι η Άντρη Κουκκίδου, μια γυναίκα 42 χρόνων, με τρία παιδιά. Η άλλη είναι η Μαρίνα Κουκκίδου, ένα παιδί 37 χρόνων. Είναι τα δύο από τα τέσσερα παιδιά, μιας γυναίκας που στάθηκε βράχος δίπλα τους, της κυρίας Ιφιγένειας.

«Εγώ μένω στην Κλήρου και η μάμα μου με τη Μαρίνα μένουν στο συνοικισμό Ανθούπολης. Η Μαρίνα, όμως είναι κάθε μέρα στο πρόγραμμά μου. Δεν έχει αν μπορώ… Είναι… Πρέπει έτσι κι αλλιώς, να πηγαίνω κάθε μέρα να της κάνω ένεση ινσουλίνης. Δεν έχει μέρα που δεν την είδα. Για να μην την δω σημαίνει, πέθανα…», λέει συγκινημένη η Άντρη.

Η Μαρίνα, γελά συνεχώς. Είναι ενθουσιασμένη που θα έδινε συνέντευξη. Της αρέσουν οι ειδήσεις στην τηλεόραση. Το πρώτο που κάνει, είναι να αναφέρει ονομαστικά τους πλείστους Κύπριους παρουσιαστές και να ρωτήσει γι’ αυτούς. Όταν ανάβει το κασετοφωνάκι, τις ερωτήσεις κάνει αρχικά η αδελφή της. Ωστόσο, σε λίγο αναλαμβάνει η ίδια ρόλο δημοσιογράφου.
Άντρη: Μαρίνα μου, πότε γεννήθηκες;
Μαρίνα: Πέντε Ιουλίου το 1983. Είμαι που την Αυλώνα εσύ; “Εγώ είμαι που τη Λύση”, απαντώ.
Μαρίνα: Η μάμα σου ποια είναι; “Η Αντρούλλα”,  της λέω και συνεχίζει τις ερωτήσεις, μέχρι που η κουβέντα φτάνει στο σχολείο της.
Είναι ενθουσιασμένη που επέστρεψε την περασμένη Δευτέρα στα μαθήματά της, στο ίδρυμα Χρίστου Στέλιου Ιωάννου, μετά από μήνες απουσίας λόγω κορωνοϊού.
«Ήταν πολλά χαρούμενη. Αγοράσαμε τα πάντα για να πιουν τον πρώτο καφέ. Ποτήρια, καλαμάκια ζάχαρη, κεραστικά… Οι κοπέλες είναι πολύ καλές. Πριν τον κορωνοϊό κανόνιζαν να τους πάρουν στο mall, σε εστιατόρια ή σινεμά. Έχει κοπέλες, που είναι γεννημένες γι’ αυτό που κάνουν», λέει η Άντρη και ρωτά τη Μαρίνα για τις αγαπημένες της δασκάλες.
Μαρίνα: Η Λώρα και η Χαρούλα.
Άντρη: Επεθύμησες τες, που έμεινες σπίτι τόσο καιρό;
Μαρίνα: Ναι, πολλά. Είμαι στο ίδρυμα. Έκαμα χάντρες και αλογάκι, καφέ τζαι μαύρο. Γεμώνω και το ποτήρι και κάμνουμε φραπέ στο σχολείο, με τη Λώρα.
Όπως εξηγεί η Άντρη, η Λώρα εργάζετται στο ίδρυμα και είναι από τις αδυναμίες της Μαρίνας. Μεγάλωσε στη Αγγλία και η Μαρίνα έμαθε κάποιες λέξεις Αγγλικά για να τις λέει κάθε πρωί. «Εκάμναμε Αγγλικά για να πηγαίνει να τα λέει. Όταν είμαστε στην έξοδο λέει μου, άμα περάσουμε καλά τι να της πω “Have fun;”». Βάζουν και οι δύο δυνατά τα γέλια…
Άντρη: Το όνομα σου από πού το πήρες;
Μαρίνα: Από την Αγία Μαρίνα.
«Είναι η προστάτιδα του χωριού μας, της κατεχόμενης Αυλώνας και ήθελε ο παπάς μου να την βγάλει Μαρίνα», συμπληρώνει η Άντρη. Αυτό συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της κουβέντας. Η μία συμπλήρωνε την άλλη.

Η στιγμή του αποχωρισμού
Όταν η κουβέντα έρχεται στη σχέση τους, η Άντρη ρωτά τη Μαρίνα εάν την αγαπά. «Αγαπώ σε», απαντά μεγαλόφωνα.

«Είμαστε τέσσερα αδέλφια, δύο αγόρια και εγώ με τη Μαρίνα. Η Μαρίνα είναι άτομο με ειδικές ανάγκες και γεννήθηκε με αναπηρία στο χέρι. Εμείς μάθαμε να ζούμε με την αδελφή μου, δεν καταλαβαίνουμε τη διαφορά. Απλά ξέρουμε ότι πέραν από τον εαυτό μας, φροντίζουμε ακόμα ένα άτομο».
Η Άντρη δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τα δάκρυά της, όταν η συζήτηση έρχεται στη στιγμή που έπρεπε να φύγει από το σπίτι για να φτιάξει τη δική της οικογένεια. «Ήταν πάρα πολλά δύσκολο… Πολλά…». «Τι έχεις Άντρη;», ρωτά γεμάτη αγωνία η Μαρίνα. «Εν κλαίω Μαρίνα μου, γελώ…», λέει και συνεχίζει χαμηλόφωνα.
«Ξέρεις έλεγε μου “που θα παντρευτώ και εγώ, θα κάμω το τάδε και το τάδε”. Tο ήθελε και η ίδια για τον εαυτό της και σε αυτό το κομμάτι ήταν δύσκολο να τη διαχειριστώ. Όταν έκαμα οικογένεια, την έβαζα να δει πως είναι να έχεις βρέφος, ήταν με τα μωρά μου. Μπορεί να μένει με τη μάμα μου, αλλά δεν έχει μέρα που δεν βρεθήκαμε».
Το σοκ από το χαμό του πατέρα της
«Όταν έπρεπε να πάει από τον Ευαγγελισμό, στο ίδρυμα Χρίστου Στέλιου Ιωάννου και κάναμε αναλύσεις, διαπιστώσαμε πως είχε διαβήτη. Ο διαβήτης προήλθε από ένα πολλά δυνατό σοκ. Είχαν πάει με τον Ευαγγελισμό στην Αίγυπτο και πριν επιστρέψει, πέθανε ο παπάς μας, ο οποίος είχε πάθει εγκεφαλικό. Όταν ήρθε, ήταν η μέρα της κηδείας. Ήταν πολλά δυνατό το σοκ της. Μετά από δύο μήνες, ανακαλύψαμε το διαβήτη. Εμπήκε στο νοσοκομείο και οι γιατροί εκάμαν μία βδομάδα, να την σταθεροποιήσουν με ισνουλίνη. Όταν βγήκε, έπρεπε να μάθουμε να της βάζουμε ινσουλίνη. Βρήκαμε το γιατρό μας, τον Δώρο Λοΐζου, που μέχρι τώρα στέκεται δίπλα μου ότι ώρα τον πιάσω τηλέφωνο. Κάνουμε συνέχεια εξετάσεις και κάθε μέρα, εδώ και 19 χρόνια της βάζω ινσουλίνη».

Η μάνα χρυσάφι…
«Η μάμα μας είναι 75 χρονών. Είναι αυτοκόλλητες. Κοιμούνται μαζί, για να καταλάβεις. H μάμα μου είναι μια ηρωίδα, όπως και η κάθε μητέρα που έχει παιδί με ειδικές ανάγκες. Εμείς θα πάμε λίγη ώρα την ημέρα, όμως είναι οι μανάδες που είναι συνέχεια… Η μάμα μου την έχει τέλεια, είναι η πρώτη της κουβέντα και η τελευταία.

Έχει μανάδες που στέκονται, έχει που λυγίζουν όμως. Η μάνα μας εν βράχος. Εν υπάρχει, εν υπάρχει… Μακάρι να εξελιχθώ και εγώ όπως η μάνα μου. Είναι γυναίκα που κάμνει το χώμα, χρυσάφι. Πήγαμε πολλά ταξίδια μαζί με τη Μαρίνα, κυρίως στην Ελλάδα και κρουαζιέρες. Πήγαμε και στους Αγίους Τόπους. Ήθελα να τες πάρω. Αρέσκουν τους πολλά τα προσκυνήματα.
Κάθε μέρα θα κάμουν τα μπάνια τους, θα πιουν τους καφέδες τους, μαγειρεύουν, βλέπουν τηλεόραση μαζί και πηγαίνουν συνέχεια εκκλησία, ακόμα και στους εσπερινούς». “Αρέσκει μου στην εκκλησία”, επιβεβαιώνει η Μαρίνα με ένα επιφώνημα χαράς.

«Για να μην την δω σημαίνει… πέθανα»
«Μένω στην Κλήρου και η μάμα μου με τη Μαρίνα στην Ανθούπολη. Έχω τρία παιδιά, την Ιφιγένεια που είναι 16, το Μάρκο και τον Νικόλα που είναι 11 και 10. Βοηθά με ευτυχώς πάρα πολλά ο άντρας μου, αλλά ο χρόνος με τρία μωρά δεν είναι αρκετός. Η Μαρίνα, όμως, είναι κάθε μέρα στο πρόγραμμά μου. Δεν έχει αν μπορώ. Είναι… Πρέπει έτσι κι αλλιώς να πηγαίνω κάθε μέρα να της κάνω την ένεση ινσουλίνης. Η μάμα μου δεν καταφέρνει να της κάνει.

Δεν έχει μέρα που δεν την είδα. Για να μην την δω σημαίνει πέθανα… Έχει και μια κοπέλα όμως, που με βοηθά με την ινσουλίνη, άμα δεν μπορώ να πάω, τη συγκεκριμένη ώρα λόγω δουλειάς.
Θα μιλήσουμε δύο με τρεις φορές την ημέρα στο τηλέφωνο. Μπορεί να μην έχουμε κάτι να πούμε και να ρωτήσουμε απλά η μια την άλλη αν είναι καλά και να το κλείσουμε. Η σχέση της με τα μωρά μου είναι απίστευτη. Και με τα αδέλφια της το ίδιο».
Η Μαρίνα, λέει δυνατά τα ονόματα των αδελφών της, “Κούλης” και  “Θεόδωρος”. Λέει και για τη νονά της που μένει στο Γέρι.
Η Μαρίνα η δύναμη της οικογένειας
«Λατρεύει να τηρούμε το πρόγραμμα των γενεθλίων της και να κρατά μαζεμένη την οικογένεια. Θέλει να μαζευτούμε όλοι να φάμε και να κάνουμε εμείς το φαί να μην το αγοράσουμε. Το πάρτι των γενεθλίων της είναι σταθερό κάθε χρόνο. Το περιμένει πώς και πώς. Νιώθει ότι πρέπει να αφήσει ευχαριστημένους όλους τους καλεσμένους». Η Μαρίνα, πετάγεται ενθουσιασμένη, “Θέλω να κάμνουμε σουβλάκια, κάμνουμεν τα καλά”.

Βάζει το χέρι στο πηγούνι, παίρνει πόζα και ζητά να βγάλουμε φωτογραφίες. Λατρεύει τις πόζες που έπαιρναν παλιά. Βλέπει συνεχώς παλιές φωτογραφίες, όπως λέει η αδερφή της και παίρνει τις ίδιες πόζες. Πριν έρθει τις δοκίμαζε για τη συνέντευξη.

Μετά τη φωτογράφηση, αρχίζει και πάλι τις ερωτήσεις. “Πότε είναι η γιορτή σου;”; “Το Πάσχα”, απαντώ. “Ααα, που πέφτουν τα μαύρα”, λέει και αρχίζει να λέει τις θρησκευτικές γιορτές. Τις ξέρει όλες απ’ έξω, λέει η Άντρη. «Η Μαρίνα 17 του Ιούλη, η Άντρη 30 του Νιόβρη, η μάμα μου η Ιφιγένεια 13 του Νιόβρη…».
Ζητά να πάει τουαλέτα και η Άντρη τη βοηθά να φορέσει τη μάσκα. Συναντηθήκαμε στον εξωτερικό χώρο μιας καφετέριας στη Λευκωσία, για να τηρήσουμε τις αποστάσεις και να είναι ασφαλές και για τη Μαρίνα, που ανήκει στις ευπαθείς ομάδες.

Όταν  επέστρεψαν μιλά για την περίοδο της πανδημίας, που αποτέλεσε και την αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη. Εν μέσω πανδημίας η Άντρη, με μια συγκλονιστική ανάρτηση, είχε ζητήσει από όλους να τηρούν τα μέτρα.
«Το πρώτο διάστημα, τρομοκρατήθηκα. Πήγαινα δουλειά και πρόσεχα από τα πάντα, επειδή ήξερα ότι θα δω τη Μαρίνα, που δεν πήγαινε τότε σχολείο και έμενε σπίτι κλεισμένη με τη μάμα. Τα οποιαδήποτε μικρόβια τα έπαιρνα εγώ. Πήγαινα, φορούσα δύο μάσκες και σχεδόν κάναμε την ένεση στην πόρτα. Η αδερφή μου έμαθε τώρα που πάει σχολείο να φορεί τη μάσκα της, “εν νεν Μαρίνα μου;”
Mαρίνα: Nαι, φορώ τη μάσκα
Άντρη: Τι είπαμε στο σχολείο νιώθεις ότι δεν αναπνέεις, βγαίνουμε πέντε λεπτά στο παγκάκι, αφαιρούμε τη μάσκα μας παίρνουμε καθαρό αέρα, ξαναφορούμεν την και πίσω.
Μαρίνα: Ναι και στο λεωφορείο με τη μάσκα.

Το παράπονο της Άντρης.,,
«Εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι διαφορετική επειδή είναι η καθημερινότητά μας. Είναι ο κόσμος έξω που είναι αμάθητος. Τα μωρά μου επειδή μεγάλωσαν με τη Μαρίνα, μπορούν να την αντιμετωπίσουν διαφορετικά από μια οικογένεια, που δεν ξανάδε μπροστά της άτομο με ειδικές ανάγκες. Η ίδια όταν κάποιος της συμπεριφερθεί περίεργα το προσπερνά. Εμένα, όμως ενοχλεί με πάρα πολλά. Αυτό είναι παράπονό μου. Εννοείται ότι δεν θα υποχρεώσω κανένα να με κάνει ή εμένα η τη Μαρίνα φίλες του, αλλά δεν έχει κανένας το δικαίωμα…
Μπορεί να πάμε κάπου για φαγητό και στο διπλανό τραπέζι να κάθεται μια οικογένεια και η Μαρίνα να θέλει να τους γνωρίσει. Δεν καταλάβει ότι είναι προσωπική στιγμή τους. Μπορεί να πάει και να τους ρωτήσει, επειδή έχει την αθωότητα, “Ποιος είσαι;”. Έτυχε πολλές φορές να μου πουν “έλα πιάσε την αδερφή σου”. Είναι πολλά δύσκολο… Πολλά…. Δεν απαντώ. Πιάνω την και καθόμαστε στο τραπέζι, για να μην προκαλέσουμε αναστάτωση.
Εννοείται ότι καταλαβαίνω, επειδή είναι η ιδιωτική στιγμή του άλλου και μπορεί να μην θέλει να πάει κάποιος και να τον ρωτά ποιος είναι, αλλά θα μπορούσαν κάποιοι να την αντιμετωπίσουν λίγο καλύτερα.
Κάποιοι νομίζουν ότι τα παιδιά με ειδικές ανάγκες είναι για μια φορά το χρόνο, που θα γίνει έρανος και θα δώσουμε 10 ευρώ. Νομίζουν ότι με 10 ευρώ εκάμαν το καθήκον τους. Εν νεν έτσι. Και εγώ δεν έχω κλεισμένη την αδερφή μου. Θα πάει παντού. Είμαι πολλά περήφανη για την αδερφή μου. Πιστεύκω ότι είναι και αυτή περήφανη για μένα.
Είναι ευλογία αυτά τα μωρά. Θυμάμαι, ήταν του Σωτήρος και ήμασταν στην εκκλησία και ήρθε μια κοπέλα και λέει μου, είσαι η αδελφή της Μαρίνας; Νόμιζα πως την ενόχλησε και θα μου έκαμνε παρατήρηση. Λέει μου “ξέρεις πως σπίτι σου έχεις ένα άγγελο;”. Συγκινήθηκα… Εγώ το ξέρω, απλά δεν ήξερα ότι το έβλεπαν κι άλλοι.
Συναναστρεφόμαστε κάθε μέρα με τόσο κόσμο και κάμνουμε τόσα λάθη καθημερινά. Ένας τέτοιος  άνθρωπος στη ζωή μας, εν μας σώζει; Λυτρώνεσαι δίπλα της. Δεν ντρεπόμαστε για τους ανθρώπους μας, δεν ντρεπόμαστε…
Η Μαρίνα και η κάθε Μαρίνα, δεν είναι κάτι διαφορετικό από εμάς. Το πρόβλημα το έχουμε εμείς, που δεν ξέρουμε πως θα αντιμετωπίσουμε και να χειριστούμε αυτά τα άτομα. Στην Κύπρο συμβαίνει συχνά. Στο εξωτερικό, δεν συμβαίνει τόσο, επειδή είναι πιο πολλά αυτά τα μωρά. Ίσως έπρεπε να παίρνουν παιδιά σε ιδρύματα για να συναναστρέφονται με αυτά τα μωρά.
Κάποιοι νομίζουν ότι όλα τα μωρά εν της πισίνας και της μάππας. Δεν είναι έτσι. Έχει μωρά που θέλουν να παίξουν ποδόσφαιρο και εν μπορούν να τρέξουν, έχει μωρά που θέλουν να τραγουδήσουν αλλά εν φκαίνει η φωνή τους. Κρατούμε τα μωρά μας ή εμάς μακριά και όταν δουν αυτά τα μωρά, δεν μπορούν να συνυπάρξουν μαζί τους. Το πρόβλημα εμείς το έχουμε, όμως, όχι αυτά τα μωρά. Αυτά τα μωρά κάμνουν με όλους. Εν εμείς που δεν κάνουμε…».
Όχι πως χρειαζόταν, αλλά ήταν λες και κάποιος σκηνοθέτησε τη συνέχεια, για να επιβεβαιώσει τα λόγια της Άντρης. Ζήτησα μια φωτογραφία τους εκτός καφετέριας, πριν φύγουν… Στο πεζοδρόμιο ήταν ένας πατέρας με το γιο του, που ήταν γύρω στα δέκα. Ο πατέρας κάτι ψέλλισε, επειδή είμαστε στο δρόμο του και ο γιος ενστικτωδώς, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο… Η Άντρη κοίταξε με νόημα προς το μέρος μου και έπιασε την αδελφή της από το χέρι. Η Μαρίνα ήταν ενθουσιασμένη, «χάρηκα. Να έρθεις στα γενέθλιά μου», λέει και απομακρύνεται…

Η Άντρη και η Μαρίνα δεν είναι για λύπηση… Είναι μαζί με πολλούς άλλους, μέρη των πιο όμορφων και αυθεντικών κομματιών της κοινωνίας μας. Και υπάρχουν κι άλλα τέτοια φωτεινά παραδείγματα στα οποία, ίσως θα έπρεπε να εστιάσουμε.

Η Μαρίνα είναι συνέχεια χαρούμενη, δείχνει ευτυχισμένη… και η Άντρη, μέσω της το ίδιο. Μεγάλωσαν άλλωστε, έχοντας ως βάση το ζητούμενο για όλους… Την αγάπη…