Ανοίγουμε το μεγάλο κεφάλαιο «Ειδική Εκπαίδευση»

Αρκετά συχνά τα θέματα της Ειδικής Εκπαίδευσης, είτε αυτά έχουν να κάνουν με συγκεκριμένα περιστατικά αντιμετώπισης μαθητών από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε με θέματα αλλαγών και συζητήσεων για το πώς θα πρέπει να λειτουργήσει το ενιαίο πλαίσιο Εκπαίδευσης, βρίσκονται στο φως της δημοσιότητας. Ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια έχουν τεθεί σε άλλο επίπεδο, καθώς σχετικοί με αυτά τα θέματα Σύνδεσμοι και Οργανώσεις φροντίζουν να ενημερώνουν τους γονείς για τα δικαιώματα των παιδιών τους και να τα απαιτούν πλέον και από τις αρμόδιες κρατικές Υπηρεσίες.

Ήδη, τον τελευταίο μήνα αποκαλύθηκαν αρκετές περιπτώσεις παιδιών είτε με αναπηρίες, είτε με μαθησιακές δυσκολίες και εκπαιδευτικές ανάγκες, οι οποίες καταγγέλθηκαν από τους γονείς που έστρεψαν τα πυρά τους προς το υπουργείο Παιδείας για το τι συμβαίνει ή μάλλον για το τι δεν συμβαίνει σε σχολεία, αλλά και σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα να αισθάνονται τη θυματοποίηση των παιδιών τους.

Σε όλες δε τις περιπτώσεις, αναφέρθηκε ότι δεν εφαρμόζονται καν από τους αρμόδιους πρόνοιες που εμπεριέχονται στην ισχύουσα νομοθεσία με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμος του 1999». Ποιες είναι όμως οι πρόνοιες αυτές, για τις οποίες κάνουν λόγο γονείς και αρμόδιοι φορείς ότι δεν εφαρμόζονται; Μερικές από αυτές που επικαλούνται, παρέθεσε η εκπρόσωπος της Ομάδας Πρωτοβουλίας Γονέων για Παιδιά με Αναπηρίες, Γιούλα Πιτσιάλη, και είναι οι ακόλουθες:

  1. Στη νομοθεσία του 1999 αναφέρεται: «Επειδή τα παιδιά με ειδικές ανάγκες έχουν το δικαίωμα εκπαίδευσης που έχει κάθε παιδί και επειδή πρέπει να παρέχονται στα παιδιά με ειδικές ανάγκες όλες οι ευκαιρίες για ισότιμη εκπαίδευση, καθοδήγηση και αποκατάσταση, προκειμένου να αναπτύξουν τις ικανότητές τους στον ανώτατο δυνατό βαθμό». Σύμφωνα με τους φορείς αυτό το σημείο παραβιάζεται, καθώς αναφέρουν ότι στην Ειδική Μονάδα, όπου φοιτούν αρκετά παιδιά, δεν έχουν ισότιμη εκπαίδευση.
  2. Στη νομοθεσία αναφέρεται: «Επειδή ευθύνη της πολιτείας είναι η αποφυγή δημιουργίας περιοριστικού περιβάλλοντος κατά την άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων των παιδιών αυτών και η ένταξή τους στον ενιαίο κορμό της εκπαίδευσης». Στο σημείο αυτό θεωρούν πως ο ενιαίος κορμός της εκπαίδευσης είναι η τυπική σχολική τάξη και όχι το περιοριστικό περιβάλλον της Ειδικής Μονάδας.
  3. Στη νομοθεσία, στο κεφάλαιο με τίτλο «Η ειδική αγωγή και εκπαίδευση παρέχεται σε συνηθισμένο σχολείο», αναφέρεται: «Παιδί με ειδικές ανάγκες για το οποίο προσδιορίστηκε ειδική αγωγή και εκπαίδευση φοιτά σε τάξη συνηθισμένου σχολείου εφοδιασμένου με τις κατάλληλες υποδομές, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, κρίνεται διαφορετικά». Όπως σημειώνουν οι φορείς, νοείται ότι αυτό αφορά παιδιά με σοβαρής μορφής αναπηρίες, κάτι που σύμφωνα με την κ. Πιτσιάλη δεν ισχύει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, καθώς σε μια Ειδική Μονάδα θα συναντήσουμε και παιδιά με ΔΕΠΥ ή άλλες μαθησιακές δυσκολίες ή ακόμα και αποκλίνουσες συμπεριφορές.
  4. Στο κεφάλαιο που αφορά στον εντοπισμό και την αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών με Ειδικές Ανάγκες, σε ένα σημείο της η νομοθεσία αναφέρει: «Ο γονέας του παιδιού δικαιούται να παρίσταται κατά την αξιολόγηση και να συμμετέχει μόνος του ή με ειδικό επί του συγκεκριμένου θέματος να προβαίνει σε παραστάσεις και να προσκομίζει στοιχεία και εισηγήσεις σχετικά με την αξιολόγηση. Όπως πολύ συχνά διαμαρτύρονται γονείς, υπάρχουν περιπτώσεις που οι ίδιοι οι γονείς δεν ενημερώνονται καν για το δικαίωμά τους να παρίστανται στη διαδικασία αξιολόγηση των παιδιών τους.
  5. Στο ίδιο σημείο γίνεται αναφορά στη νομοθεσία ότι «ο γονέας του παιδιού που πρόκειται να εξεταστεί δικαιούται να παρίσταται κατά την εξέταση και να συνοδεύεται από ειδικό επιστήμονα της επιλογής του».

Κληθείσα να σχολιάσει για ποιο λόγο πιστεύει ότι πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας δεν εφαρμόζονται όπως θα πρέπει, η κ. Πιτσιάλη ανέφερε ότι «ο λόγος που δεν εφαρμόζονται είναι γιατί όλα αυτά τα χρόνια, όλοι οι εμπλεκόμενοι συναινούσαν στη μη εφαρμογή, καθώς έβρισκαν την εύκολη λύση για να κρύβουν τις αδυναμίες τους στο να απευθυνθούν σωστά προς τα παιδιά αλλά και γιατί κρύβονταν πίσω από τη λειτουργία των Ειδικών Μονάδων, κάτι που βόλευε όλους. Και φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα».

Οι αποφάσεις της Επαρχιακής Επιτροπής

Μέσα σε όλες αυτές τις συζητήσεις που γίνονται κατά καιρούς για τα θέματα της Ειδικής και Ενιαίας Εκπαίδευσης, στις πλείστες των περιπτώσεων βρίσκονται οι αποφάσεις των αρμόδιων Επαρχιακών Επιτροπών που αποφασίζουν για το πού θα φοιτήσει ένα παιδί ανάλογα με την κατάστασή του.

  1. Στην ίδια νομοθεσία που εξετάζουμε αναφέρεται: «Όταν η Επαρχιακή Επιτροπή κρίνει ότι ενδείκνυται η παροχή προς το παιδί ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης ή μέσων ή διευκολύνσεων ή απαλλαγών, συντάσσει έκθεση σε τύπο που καθορίζεται με Κανονισμούς, που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου». Όπως σημειώνει η κ. Πιτσιάλη επί αυτού του σημείου είναι ξεκάθαρο πως η ευθύνη της Επαρχιακής Επιτροπής δεν είναι μόνο να αποφασίζει κατά πόσο ένα παιδί θα πρέπει να φοιτήσει σε Ειδική Μονάδα ή σε τυπική σχολική τάξη, αλλά θα πρέπει να παρέχει στο παιδί τα μέσα, τις διευκολύνσεις ή τις απαλλαγές που χρειάζεται και να συντάσσει έκθεση η οποία με βάση τη νομοθεσία θα πρέπει να: α) παρέχονται λεπτομέρειες της αξιολόγησης και ιδίως αναφέρονται αναλυτικά και τεκμηριωμένα τα πορίσματα της αξιολόγησης, οι ειδικές ανάγκες του παιδιού και εισηγήσεις αναφορικά με τις ανάγκες του παιδιού και β) προσδιορίζεται η ειδική αγωγή και εκπαίδευση, τα μέσα, οι διευκολύνσεις και οι απαλλαγές που πρέπει να παρασχεθούν στο παιδί. «Όλα αυτά δεν τα κάνουν οι αρμόδιες Επιτροπές, παρά μόνο τυπικά συντάσσουν μία επιστολή χωρίς την απαιτούμενη αιτιολόγηση», αναφέρει χαρακτηριστικά η κ. Πιτσιάλη.
  2. Στη νομοθεσία αναφέρεται: «Ο αριθμός των παιδιών της τάξης στην οποία φοιτούν παιδιά με ειδικές ανάγκες, που μπορεί να μειώνεται ανάλογα με τον βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος των παιδιών που εντάσσονται σ’ αυτή. Ο βαθμός μείωσης καθορίζεται με βάση τις πολυθεματικά αξιολογημένες ανάγκες του κάθε παιδιού, αφού ληφθούν υπόψη και οι απόψεις του ειδικού εκπαιδευτικού του παιδιού, του εκπαιδευτικού της τάξης και του διευθυντή του σχολείου και σε συνεννόηση με το Υπουργείο». Σύμφωνα με τους αρμόδιους εμπλεκόμενους φορείς, κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
  3. Στη νομοθεσία αναφέρεται πως «οι εξαιρέσεις και απαλλαγές του παιδιού, καθώς και οι τροποποιήσεις ή προσαρμογές στο αναλυτικό πρόγραμμα και η παροχή μέσων ή διευκολύνσεων». Όπως αναφέρεται από πλευράς των φορέων, σε αρκετές περιπτώσεις δεν γίνεται, με αποτέλεσμα παιδιά που είναι στην ειδική αγωγή να καλούνται να κάνουν το ίδιο μάθημα με τα υπόλοιπα παιδιά και ως εκ τούτου να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν.

Κεφάλαιο «Συνδετικοί Λειτουργοί»

Όσον αφορά στο θέμα των Συνδετικών Λειτουργών, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ο Υπουργός ορίζει από το μόνιμο υφιστάμενο εξειδικευμένο προσωπικό της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας, ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται ανά επαρχία και σε συνάρτηση με τον αριθμό των παιδιών με ειδικές ανάγκες σε κάθε επαρχία, λειτουργούς που κατέχουν προσόντα σχετικά με την ειδική αγωγή και εκπαίδευση, οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντα του συνδετικού λειτουργού.

  • Η νομοθεσία αναφέρει ότι «τα καθήκοντα των συνδετικών λειτουργών είναι συναφή με την αγωγή και εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές ανάγκες, καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνουν: α) καταρτισμό σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς του παιδιού εξατομικευμένου προγράμματος εκπαίδευσης και παρακολούθησης της εξέλιξης του παιδιού στη βάση των αξιολογημένων αναγκών του, β) παροχή στήριξης και καθοδήγησης στους γονείς των παιδιών με ειδικές ανάγκες και γ) παροχή μέσων, διευκολύνσεων και απαλλαγών. Σύμφωνα με την κ. Πιτσιάλη, υπάρχουν γονείς που δεν γνωρίζουν καν ποιοι είναι οι συνδετικοί λειτουργοί του σχολείου στο οποίο φοιτούν τα παιδιά τους, ώστε να μπορούν να συνεργάζονται προς την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των παιδιών.

Η ανάγκη εναρμόνισης με διεθνείς συμβάσεις και διατάξεις

Ερωτηθείς για το πού βρίσκεται αυτή την περίοδο το θέμα της ετοιμασίας του πλαισίου για την Ενιαία Εκπαίδευση, το οποίο έχει τεθεί και υπό το μικροσκόπιο Ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων που κάλεσε το υπουργείο Παιδείας, ο σύμβουλος Ενιαίας Εκπαίδευσης, Ανδρέας Χριστοδούλου, ανέφερε στον «Φ» ότι τον Ιανουάριο αναμένεται να αρχίσουν δουλειά οι ομάδες εργασίας που δημιουργήθηκαν και οι οποίες θα ασχοληθούν με συγκεκριμένα θεματικά αντικείμενα. Ο κ. Χριστοδούλου αναφέρθηκε και στη διαδικαστική δυσκολία που συνάντησαν όταν το υπουργείο Παιδείας ενέπλεξε στη διαδικασία κυρίως άτομα της Ειδικής Εκπαίδευσης χωρίς την παρουσία ατόμων της Γενικής Εκπαίδευσης. Όσον αφορά στην αναγκαιότητα δημιουργίας μίας νέας νομοθεσίας που να ρυθμίζει όλα τα πιο πάνω θέματα, ο κ. Χριστοδούλου ανέφερε ότι αυτό είναι απαραίτητο, γιατί θα πρέπει να τεθούν συγκεκριμένα πλαίσια εναρμονισμένα με συμβάσεις του ΟΗΕ και τα οποία αφορούν τη συμπερίληψη ατόμων με ειδικές ανάγκες τόσο στο σχολείο, όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Σημειώνεται ότι αρχικά είχε τεθεί από πολλούς φορείς το αίτημα να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία με στόχο να βελτιώσει όλα εκείνα τα σημεία που χρειάζονταν, καθώς το 1999 που συντάχθηκε σίγουρα τα δεδομένα ήταν διαφορετικά.

Πηγή: philenews.com