Η «Αγκαλιά Ελπίδας» για αποφάσεις Δικαστηρίου για τα παιδιά με αναπηρία

Αναγνωρίστηκε και από το Δικαστήριο η αναγκαιότητα πλήρους αιτιολόγησης των αποφάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για την φοίτηση παιδιών με αναπηρίες σε Ειδικές Μονάδες όχι όμως η νομική απαγόρευση του διαχωρισμού που προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις, αναφέρει, σε ανακοίνωση της, η Παγκύπρια Οργάνωση «Αγκαλιά Ελπίδας».

Όπως αναφέρει, οι πρώτες δύο αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Κύπρου σχετικά με το δικαίωμα των παιδιών με αναπηρίες στην ενιαία εκπαίδευση είναι πραγματικότητα.

«Στις 9/8/2019 και 2/9/2019, ακριβώς, δηλαδή, στον χρόνο της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς, το Διοικητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε με τρόπο που μας ωθεί σε νέες διεκδικήσεις και πιο εντατικοποιημένο αγώνα για τον τερματισμό του αποκλεισμού και του διαχωρισμού των παιδιών με αναπηρίες από την γενική εκπαίδευση, όπως απαιτούν οι Διεθνείς Συμβάσεις που η χώρα μας κύρωσε και από τις οποίες δεσμεύεται πλήρως», προσθέτει.

Αναφέρει, επίσης, ότι οι υποθέσεις, αν και ήταν «ταχείας διαδικασίας» λόγω της φύσης τους, ολοκληρώθηκαν περί το Μάρτιο του 2019, με τις αποφάσεις να εκδίδονται 5-6 μήνες μετά.

«Η πρώτη (αρ. 1594/2018, ημερ. 2/9/2019) αφορά σε κορίτσι με αυτισμό για το οποίο αποφασίστηκε η φοίτηση σε Ειδική Μονάδα νηπιαγωγείου, η δεύτερη, σε έφηβο αγόρι με αναπηρία (αρ. 1737/2018, ημερ. 9/8/2019) για το οποίο αποφασίστηκε η φοίτηση σε Ειδική Μονάδα Γυμνασίου, μετά από χρόνια περιθωριοποίησής του και αναγκαστικής φοίτησης του σε Ειδικές Μονάδες, χωρίς κατάλληλη πρόσβαση σε ποιοτική και ενιαία εκπαίδευση», συμπληρώνει.

Όπως αναφέρει, η πρώτη προσφυγή, ήταν η μόνη από τις δύο που είχε επιτυχή έκβαση, διότι, ως κρίθηκε από το Δικαστήριο, η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης δεν ήταν αρκούντως αιτιολογημένη.

«Ωστόσο, ιδιαίτερα απογοητευτικό παραμένει το γεγονός ότι το Δικαστήριο και στις δύο περιπτώσεις αποφάνθηκε ότι δεν δύναται να ασκήσει την κρίση του επί του πλέον κρίσιμου ζητήματος του διαχωρισμού των παιδιών με αναπηρίες από τα παιδιά χωρίς αναπηρίες, θεωρώντας ότι πρόκειται «επί τεχνικών θεμάτων ή ειδικών γνώσεων» τα οποία είναι ανέλεγκτα από αυτό. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι ενώ οι διεθνείς συμβάσεις διέπουν το δικαίωμα στην εκπαίδευση των παιδιών αυτών, δεν καθορίζουν τον τρόπο που αυτό θα πρέπει να διασφαλίζεται, παραγνωρίζοντας πλήρως τα αναλυτικότατα Γενικά Σχόλια που οι αρμόδιες Επιτροπές του ΟΗΕ εξέδωσαν προς το σκοπό αυτό και ακριβώς για να μην έχουν αμφιβολίες τα κράτη, για τις υποχρεώσεις τους», προσθέτει.

Όπως αναφέρει  η Οργάνωση, δεν αναγνώρισε, δηλαδή, τις νομικές αρχές του σύγχρονου δικαίου για την αναπηρία και την ενιαία εκπαίδευση, τις απαιτήσεις των Συμβάσεων του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και για τα Δικαιώματα του Παιδιού οι οποίες, τόσο σε συνδυασμό, όσο και ξεχωριστά, κατοχυρώνουν με απόλυτο τρόπο και ως απαράβατο κανόνα την απαγόρευση του διαχωρισμού των παιδιών με αναπηρίες από τα άλλα παιδιά, ως διάκριση με βάση την αναπηρία καθώς και ως παραβίαση του δικαιώματος σε ενιαία εκπαίδευση.

«Για εμάς, οι αρχές αυτές κάθε άλλο από τεχνικά θέματα ή θέματα ειδικών γνώσεων είναι, αφού συνιστούν έκφανση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των παιδιών, τα οποία τόσο ισχυρά προστατεύει το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τα αντίστοιχα άρθρα του αλλά και με το άρθρο 169(3), το οποίο κατοχυρώνει τη νομική υπεροχή των διεθνών Συμβάσεων που το κυπριακό κράτος κυρώνει, έναντί κάθε άλλου εσωτερικού νομοθετήματος», προσθέτει.

Αναφέρει, επίσης, ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε ούτε και την θέση που προβλήθηκε ότι ο υφιστάμενος νόμος που διέπει τα θέματα της εκπαίδευσης των παιδιών με αναπηρία (τα οποία ακόμα και αναχρονιστικά αναφέρει ως «παιδιά με ειδικές ανάγκες»), βρίσκεται σε πλήρη ασυμβατότητα με την Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία.

«Συγκρίνοντας με αντίστοιχες (επιτυχείς) αποφάσεις άλλων χωρών, διαπιστώνουμε με λύπη μας ότι το Διοικητικό Δικαστήριο της Κύπρου φάνηκε να αδυνατεί να συλλάβει την νομική διάσταση του δικαιώματος στην ενιαία εκπαίδευση, και όχι απλώς σε οποιαδήποτε εκπαίδευση, ως σύγχρονο και σαφές νομικό πρότυπο που δεσμεύει δικαστικές, διοικητικές και άλλες αρχές κάθε κράτους που έχει κυρώσει τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις», προσθέτει.

Σημειώνει ότι πέρα από το ότι τα δύο παιδιά θα συνεχίσουν για τουλάχιστον ακόμα ένα χρόνο να φοιτούν σε διαχωριστικό πλαίσιο, υπό τις ίδιες ή και δυσμενέστερες συνθήκες, «οι συνέπειες των δύο δικαστικών αποφάσεων είναι μεγάλο πλήγμα, για την ώρα, για όλα τα παιδιά με αναπηρία».

«Οι αποφάσεις αυτές βρίσκουν ήδη έκφραση στην αντιμετώπιση άλλων παιδιών με αναπηρίες, σε νέες αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας. Το Υπουργείο, επικαλούμενο τις αποφάσεις, έχει πλέον ακόμα ένα λόγο να αποφασίζει όπως τα παιδιά αυτά λαμβάνουν την «εκπαίδευση της Μονάδας», μία καθ’ όλα κατώτερη και πολύ αμφιλεγόμενης ποιότητας εκπαίδευση, χωρίς βιβλία, χωρίς ύλη και χωρίς μετρήσιμους παιδαγωγικά στόχους. Ένα ακόμα λόγο να θεωρεί νομιμοποιημένη την φοίτησή τους χωριστά από τα άλλα παιδιά, χωρίς να αναγνωρίζεται η διάκριση που το γεγονός αυτό φωνάζει αλλά και το μέλλον των παιδιών αυτών να εκτίθεται, το δίχως άλλο, στον διαχωρισμό και σε άλλους τομείς της ζωής τους, με τρανταχτό παράδειγμα τον τομέα της εργασίας», συμπληρώνει.

Η Οργάνωση αναφέρει ότι ο δικαστικός όμως αγώνας, τον οποίο και θεωρούν πολύ σημαντικό, έχει μόλις αρχίσει και έπεται συνέχεια.

Σημειώνει ότι οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις για το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση επαναφέρουν και άλλα κρίσιμα θέματα, όπως αυτό της επιμόρφωσης και εκπαίδευσης των μελών της δικαστικής εξουσίας στα δικαιωματικά ζητήματα της αναπηρίας και της εκπαίδευσης, «για την οποία θα προβούμε σε σχετικό αίτημα στους αρμόδιους δικαστικούς και άλλους φορείς».

Η «Αγκαλιά Ελπίδας» καλεί τους γονείς που πιστεύουν στην ενιαία εκπαίδευση ως δικαίωμα, ως αρχή και ως στόχο, να μην παραιτηθούν από την προσπάθεια της διεκδίκησης «και να συνεχίσουν να μας συνδράμουν στον αγώνα μας αυτό, τον δικαστικό και τον καθημερινό», όπως αναφέρει, στην ανακοίνωση της.

«Καλούμε επίσης γονείς, επαγγελματίες και κάθε άνθρωπο που πιστεύει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα ΔΕΝ ανήκουν μόνο στη θεωρητική, την ακαδημαϊκή ή την ακτιβιστική συζήτηση αλλά και στο νομικό και δικαστικό χώρο, να επιμείνουν μαζί μας στο ένα και μοναδικό πρότυπο της ενιαίας εκπαίδευσης. Διότι, μία είναι η εκπαίδευση βάσει των διεθνών νομικών προτύπων σήμερα. Η ενιαία», καταλήγει.

Πηγή: ΚΥΠΕ